Που οφείλεται ο καρκίνος λάρυγγα;

Περισσότερο από το 90% των ασθενών όταν διαγιγνώσκεται καρκίνος λάρυγγα έχουν ιστορικό καπνίσματος και αλκοόλ. Ο καπνός του τσιγάρου είναι ένας ήδη γνωστός παράγοντας κινδύνου. Ο συνδυασμός όμως, του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ έχει περισσότερη καρκινογόνο επίδραση.

Έχουν εντοπιστεί και άλλοι παράγοντες κινδύνου. Ο ιός HPV των ανθρώπινων θηλωμάτων έχει ως αποτέλεσμα την λαρυγγική θηλωμάτωση, η οποία είναι συνήθως καλοήθης, αλλά οι υπότυποι 16 και 18 εκφυλίζονται σε ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα. Ο καρκίνος  λάρυγγα μπορεί να οφείλεται και σε λαρυγγοφαρυγγική παλινδρόμηση. Διάφορες επαγγελματικές εκθέσεις και τοξικές εισπνοές (όπως αμίαντος), η κακή διατροφή και η προηγούμενη έκθεση σε ακτινοβολία στον τράχηλο, έχουν συνδεθεί με τον καρκίνο του λάρυγγα.

Καρκίνος λάρυγγα: συμπτώματα.

Τα σημεία και τα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Βραχνάδα (βράγχος φωνής): είναι το πρώτο σύμπτωμα και οφείλει να οδηγήσει αμέσως τον ασθενή στον ΩΡΛ.
  • Διαταραχές στην κατάποση (δυσφαγία)
  • αιμόπτυση
  • διόγκωση – μάζα στο λαιμό
  • πόνο στο λαιμό
  • πόνο στο αυτί
  • απόφραξη αεραγωγού και εισρόφηση.

Όταν ο καρκίνος λάρυγγα είναι στις φωνητικές χορδές οδηγεί ευτυχώς τον ασθενή στο γιατρό σε πρώιμο στάδιο. Ο υπεργλωττιδικός καρκίνος, ωστόσο, εμφανίζεται συνήθως σε πιο προχωρημένο στάδιο, για να προκαλέσει αλλαγή της χροιάς της φωνής, δυσφαγία, απόφραξη αεραγωγού ή εισρόφηση. Επιπλέον, ο καρκίνος στην υπεργλωττίδα έχει πλουσιότερη λεμφική αποχέτευση και οι πρωτογενής αλλοιώσεις δίνουν μεταστάσεις νωρίτερα και πιο συχνά διαγιγνώσκονται στο προχωρημένο στάδιο Ν. Οι τραχηλικές μεταστάσεις κατά την στιγμή της διάγνωσης συνεπάγονται κακή πρόγνωση. Μια σημαντική απώλεια βάρους συχνά συνοδεύει την εμφάνιση ενός καρκίνου λάρυγγα σε προχωρημένο στάδιο λόγω δυσκολιών κατάποσης. Αξιοσημείωτο, είναι ο πόνος στο λαιμό και στο αυτί που είναι συμπτώματα όγκων προχωρημένου σταδίου.

Πως γίνεται η εξέταση ενός ασθενούς με βραχνάδα;

Όταν υπάρχει υποψία για καρκίνο του λάρυγγα, πραγματοποιείται πλήρης εξέταση της κεφαλής και του τραχήλου, εστιάζοντας στον λάρυγγα. Επίσης, ελέγχεται η ποιότητα της φωνής. Μια ψιθυριστή φωνή μπορεί να υποδηλώνει παράλυση της φωνητικής χορδής, μια ακανόνιστη φωνή μια αλλοίωση στην γλωττίδα και χαμηλής έντασης φωνή μια υπεργλωττιδική αλλοίωση.

Η σπουδαιότητα της ενδοσκόπησης με Olympus NBI σε καρκίνο λάρυγγα

Η ενδοσκόπηση λάρυγγα τα τελευταία χρόνια γίνεται μόνο με οπτικές ίνες.

Στο ιατρείο μας στην Πετρούπολη έχουμε επιλέξει για τις ενδοσκοπήσεις μας βιντεο – ενδοσκόπιο, που είναι η πιο εξελιγμένη μορφή του απλού ενδοσκοπίου. Μάλιστα το βιντεο – ενδοσκόπιό μας είναι τεχνολογίας NBI της Olympus. Η σημασία της τεχνολογίας αυτής έχει αναδειχθεί από το 2014 στη λεπτομερή διάκριση του καρκίνου του λάρυγγα. Μπορούμε να διακρίνουμε καθαρότερα αλλοιώσεις στο περίγραμμα, το χρώμα, τα δονητικά χαρακτηριστικά και την κινητικότητα των φωνητικών χορδών. Οι κακοήθεις αλλοιώσεις μπορεί να φαίνονται ότι είναι οζώδεις ή ελκώδεις ή απλές αλλαγές στο χρώμα του βλεννογόνου. Με το πάτημα ενός κουμπιού η τεχνολογία NBI διακρίνει κυανά τα αγγεία του λάρυγγα, επισημαίνοντας ακόμη και προκαρκινικές καταστάσεις.

Ενδοσκόπηση λάρυγγα με Olympus NBI

Καρκίνος λάρυγγα με Olympus NBI

Ακολουθεί ενδοσκοπική εικόνα παλαιάς τεχνολογίας σε περιστατικό του ιατρείου μας από το 2016, με μαλπιγγιακό πλακώδες καρκίνωμα του λάρυγγα σταδίου Τ3. Προφανής η διαφορά στη διάκριση και στη λεπτομέρεια, που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία του βιντεοενδοσκοπίου.

Βιοψία – Η βέβαιη διάγνωση για τον καρκίνο λάρυγγα.

Η βιοψία μιας λαρυγγικής αλλοίωσης είναι απαραίτητη για τη διαπίστωση της διάγνωσης. Η βιοψία επιτυγχάνεται στο χειρουργείο με τον ασθενή υπό γενική αναισθησία. Η επέμβαση λέγεται μικρολαρυγγοσκόπηση γίνεται με διάφορα λαρυγγοσκόπια.  Η βλάβη μπορεί να ψηλαφηθεί για να εκτιμηθεί το βάθος της και η παθητική κινητικότητα των φωνητικών χορδών μπορεί να ελεγχθεί. Η ύποπτη βλάβη αφαιρείται και αποστέλλεται προς βιοψία.

Καρκίνος λάρυγγα: Θεραπεία σε πρώιμα στάδια.

Ο καρκίνος λάρυγγα πρώιμου σταδίου (στάδιο I και II) μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε με χειρουργική επέμβαση είτε με ακτινοβολία. Τα πλεονεκτήματα της χειρουργικής επέμβασης σε σύγκριση με την ακτινοβολία είναι:

  • συντομότερη περίοδος θεραπείας (σε σύγκριση με 6-7 εβδομάδες για την ακτινοβολία)
  • δίνει την επιλογή της ακτινοβολίας σε περίπτωση υποτροπής
  • και ενδεχομένως, βελτιώνει την επιβίωση χωρίς νόσο.

Εκτός από τους κινδύνους όμως που υπάρχουν σε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, η χειρουργική επέμβαση οδηγεί σε φτωχή ποιότητα φωνής.

Οι βραχυπρόθεσμες επιπλοκές της ακτινοβολίας είναι η βλεννογονίτιδα, η οδυνοφαγία και το λαρυγγικό οίδημα. Οι μακροχρόνιες επιπλοκές είναι η ξηροστομία, η οισοφαγική στένωση, η λαρυγγική ίνωση, η ραδιονέκρωση, ο υποθυρεοειδισμός και το σάρκωμα.

Θεραπεία σε προχωρημένα στάδια

Ο καρκίνος λάρυγγα προχωρημένου σταδίου (στάδιο III και IV) αντιμετωπίζεται με διπλή θεραπεία, χειρουργική επέμβαση και ακτινοβολία. Ιστορικά, λιγότερες επιπλοκές και καλύτερη επιβίωση έχουν σημειωθεί σε χειρουργική επέμβαση που ακολουθείται από επικουρική θεραπεία, παρά από θεραπεία με ακτινοβολία και στη συνέχεια χειρουργική επέμβαση.

Για το στάδιο Τ3 και Τ4 , απαιτείται ολική λαρυγγεκτομή για την πλήρη απομάκρυνση του όγκου. Η λύση της λαρυγγεκτομής είναι δύσκολη απόφαση, καθώς καταργείται η φυσιολογική φώνηση και υπάρχουν δυσκολίες και στην κατάποση του ασθενούς. Μια προεγχειρητική συνεδρία ωστόσο με έναν λογοθεραπευτή είναι κατάλληλη εάν αναμένονται σημαντικές αλλαγές φωνής ή κατάποσης. Αυτές οι συνεδρίες βοηθούν στην εκπαίδευση των ασθενών σχετικά με τις λειτουργίες του λόγου και της κατάποσης. Επίσης, προετοιμάζουν τον ασθενή για μετεγχειρητική αποκατάσταση και θεραπεία.

Για το Τ1 , Τ2 και Τ3 λύση αποτελεί η αφαίρεση με Laser με στόχο τη διατήρηση της φωνής. Ορισμένες μικρότερες βλάβες Τ3 μπορεί να είναι υποψήφιες για ακτινοβολία, με την κατανόηση της σπουδαιότητας της στενής κλινικής παρακολούθησης.

Η επικουρική ακτινοβολία θα πρέπει να ξεκινήσει εντός 6 εβδομάδων από τη χειρουργική επέμβαση. Οι επιπλοκές της ακτινοθεραπείας είναι ίδιες με εκείνες για την ακτινοβολία που χορηγείται ως μονοθεραπεία για τον καρκίνο λάρυγγα πρώιμου σταδίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι η περιοχή θεραπείας είναι πιο εκτεταμένη, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο εκτεταμένες και πιο σοβαρές.

Τα πρωτόκολλα διατήρησης του οργάνου του λάρυγγα, που συνδυάζουν χημειοθεραπεία με ακτινοβολία αντί για χειρουργική επέμβαση με ακτινοβολία, έχουν παρόμοια αποτελέσματα επιβίωσης σε ορισμένες περιπτώσεις και έχουν γίνει αποδεκτές επιλογές θεραπείας την τελευταία δεκαετία.

Θεραπεία του τραχήλου όταν διαγνωσθεί καρκίνος λάρυγγα.

Η περιοχή του τραχήλου χωρίς κλινικά εμφανείς μεταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζεται σε καρκίνο λάρυγγα εάν ο κίνδυνος μετάστασης των οζιδίων υπερβαίνει το 20-30%. Η νόσος στην περιοχή του τραχήλου που έχει αναπτυχθεί ως Ν0 ή Ν1 μπορεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση ή ακτινοβολία. Η νόσος του τραχήλου που έχει χαρακτηριστεί ως Ν2 ή Ν3 απαιτεί συνδυασμένη μεταχείριση.

Η επέμβαση στον τράχηλο προσαρμόζεται ανάλογα με την έκταση της νόσου στην περιοχή του τραχήλου. Ο εκλεκτικός λεμφαδενικός καθαρισμός (διατήρηση του στερνοκλειδομαστοειδούς μυός, της έσω σφαγιτιδικής φλέβας και του παραπληρωματικού νεύρου), μπορεί να πραγματοποιηθεί για κλινικά τράχηλο Ν0. Για τράχηλο Ν1, η αφαίρεση συνήθως περιορίζεται στα επίπεδα II-IV, καθώς η μετάσταση στα επίπεδα I ή IV είναι σπάνια. Ο ριζικός ή τροποποιημένος λεμφαδενικός καθαρισμός, θυσιάζοντας τον στερνοκλειδομαστοειδή μυ, την έσω σφαγίτιδα φλέβα και το παραπληρωματικό νεύρο, πραγματοποιείται για εκτεταμένη αλλοίωση του τραχήλου με τη συμμετοχή αγγείων, νεύρων, μυών ή οποιοσδήποτε συνδυασμό αυτών των δομών.

Μόνο για γιατρούς

Λίγα στοιχεία για την ανατομία του λάρυγγα.

Ο λάρυγγας βρίσκεται στην κορυφή της τραχείας και λειτουργεί όχι μόνο για να παράγει φωνή, αλλά και για να διαιρέσει και να προστατεύσει το αναπνευστικό από την πεπτική οδό. Λειτουργεί ως σφιγκτήρας κατά τη διάρκεια της κατάποσης. Προστατεύει από τη διείσδυση της τροφής κλείνοντας την τραχεία σε δύο θέσεις: την επιγλωττίδα και τις φωνητικές χορδές. Ο λάρυγγας αποτελείται από ένα πλαίσιο χόνδρων που συνδέονται με συνδέσμους, μεμβράνες και μύες. Αυτοί καλύπτονται από αναπνευστικό, πολύστοιβο, πλακώδες επιθήλιο.

Ο λάρυγγας μπορεί να χωριστεί σε 3 μέρη: υπεργλωττιδική, γλωττιδική και υπογλωττιδική μοίρα. Ο υπεργλωττιδικός χώρος εκτείνεται από την άκρη της επιγλωττίδας έως την κάτω επιφάνεια των «νόθων» φωνητικών χορδών. Περιλαμβάνει τους αρυταινοειδείς χόνδρους, τους αρυταινοεπιγλωττιδικούς χόνδρους, τις «νόθες» φωνητικές χορδές και την επιγλωττίδα. Η γλωττίδα περιλαμβάνει τις «γνήσιες» φωνητικές χορδές. Ο υπογλωττιδικός χώρος εκτείνεται από την κατώτερη έκταση της γλωττίδας έως την κατώτερη άκρη του κρικοειδούς χόνδρου.
Οι ινοελαστικές μεμβράνες διαιρούν το λάρυγγα στους προεπιγλωττιδικούς και παραγλωττιδικούς χώρους. Αυτές οι δομές, συμπεριλαμβανομένου και του ελαστικού κώνου, των θυρεοειδικών μεμβρανών και του υποεπιγλωττιδικού συνδέσμου, λειτουργούν ως φραγμός στην εξάπλωση του όγκου. Ο θυροειδής και κρικοειδής χόνδρος και το περιχόνδριο τους αποτελούν περαιτέρω εμπόδια στην εξάπλωση του όγκου. Οι θυρεοειδοεπιγλωττιδικοί σύνδεσμοι δεν είναι αποτελεσματικοί φραγμοί και οι όγκοι είναι πολύ πιθανό να έχουν άμεση εξάπλωση.

Οι μύες του λάρυγγα χωρίζονται σε αυτόχθονες και ετερόχθονες. Οι αυτόχθονες μύες είναι εκείνοι των φωνητικών χορδών και των χορδών που περιέχονται στον ίδιο το λάρυγγα. Οι ετερόχθονες μύες βοηθούν στην λαρυγγική ανύψωση και στην στένωση του φάρυγγα. Η νεύρωση των αυτόχθονων μυών γίνεται από τους κλάδους του πνευμονογαστρικού νεύρου. Η αρτηριακή παροχή αίματος γίνεται από την έξω καρωτιδική αρτηρία.  Η φλεβική αποχέτευση γίνεται μέσω της έσω σφαγίτιδας φλέβας. Η λεμφική αποχέτευση από τους άνω και κάτω εν τω βάθει τραχηλικούς λεμφαδένες.

Απεικόνιση θώρακα

Ο καρκίνος του λάρυγγα εξαπλώνεται πρώτα στους περιφερικούς τραχηλικούς αδένες. Η επόμενη περιοχή εξάπλωσης είναι οι πνεύμονες. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου θα πρέπει να έχουν ακτινογραφία θώρακα ως μέρους μιας συνήθους μεταστατικής αξιολόγησης. Η εξέταση αυτή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται 1 έως 2 φορές ετησίως. Εάν υπάρχουν ευρήματα στην ακτινογραφία θώρακα, θα πρέπει να γίνεται αξονική τομογραφία θώρακα για επιβεβαίωση της αλλοίωσης.

Βρογχοσκόπηση με κυτταρολογική αξιολόγηση των βρογχικών πτυέλων ή διαβρογχική βιοψία θα πρέπει να γίνεται εάν υπάρχουν ύποπτες αλλοιώσεις. Οι θωρακικές και πνευμονικές βλάβες μπορεί να αντιπροσωπεύουν μεταστάσεις από το πρωτογενές νεόπλασμα του λάρυγγα ή από τους δεύτερους πρωτογενείς όγκους, καθώς ο παράγοντας κινδύνου του καπνίσματος είναι κοινός και στους δύο όγκους.

Εξέταση ήπατος

Το ήπαρ είναι η δεύτερη πιο συνηθισμένη απομακρυσμένη περιοχή μετάστασης του καρκίνου του λάρυγγα. Θα πρέπει να γίνονται εξετάσεις ελέγχου της ηπατικής λειτουργίας. Εναλλακτικά, μπορεί να γίνεται υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία ήπατος.

Απεικόνιση

Η ακτινολογική απεικόνιση του λάρυγγα και του τραχήλου δεν είναι απαραίτητο στα πρώιμα στάδια του γλωττιδικού καρκίνου με ένα κλινικά N0 τράχηλο. Επειδή ο κίνδυνος των κρυφών μεταστάσεων είναι υψηλός ακόμη και για τον υπεργλωττιδικό καρκίνο πρώιμου σταδίου, μερικές φορές συνίσταται η απεικόνιση του τραχήλου σε αυτές τις περιπτώσεις. Εκτελείται γενικά για κλινικά προχωρημένους καρκίνους του λάρυγγα με στόχο τον σχεδιασμό της θεραπείας. Η απεικόνιση γίνεται με αξονική CT ή μαγνητική τομογραφία. Και οι δύο τρόποι απεικόνισης είναι χρήσιμοι για την αξιολόγηση. Η μαγνητική τομογραφία είναι πιο ευαίσθητη στις ανωμαλίες των μαλακών ιστών. Η αξονική είναι καλύτερη για τον εντοπισμό των οστέινων και χόνδρινων αλλοιώσεων.

Το PET scan χρησιμοποιεί τη σημασμένη με φθορισμό γλυκόζη και των αυξημένο μεταβολικό ρυθμό των κακοήθων ιστών για τον εντοπισμό του καρκίνου. Η εφαρμογή του PET στην κεφαλή και το τράχηλο έχει επικεντρωθεί:

  • στην αναγνώριση των λεμφαδενικών μεταστάσεων
  • στη διάκριση της υποτροπής της κακοήθειας από τη ραδιονέκρωση και άλλα επακόλουθα προηγούμενης θεραπείας.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι η σάρωση PET μπορεί να ανιχνεύσει επιφανειακούς λαρυγγικούς καρκίνους που η σάρωση με αξονική δεν μπορεί. Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες του PET δεν αντικαθιστούν τη βιοψία του λάρυγγα. Επίσης, δεν είναι ανώτερη από αξονική ή μαγνητική στην αναγνώριση των επιπρόσθετων κριτηρίων ταξινόμησης.

Πως ταξινομείται ο καρκίνος λάρυγγα;

Ο καρκίνος του λάρυγγα ταξινομείται σύμφωνα με το σύστημα ΤΝΜ. Για τους σκοπούς της ταξινόμησης, οι θετικοί λεμφαδένες του τραχήλου θεωρούνται τοπικές μεταστάσεις, οι μεταστάσεις σε άλλα μέρη του σώματος (όπως πνεύμονας, μεσοθωράκιο, ήπαρ, οστά) θεωρούνται απομακρυσμένες μεταστάσεις. Από την 1η Ιανουαρίου 2003 χρησιμοποιήθηκε το σύστημα AJCC Staging που δημοσιεύτηκε το 2002. Ένα μειονέκτημα του συστήματος ΤΝΜ είναι ότι όγκοι ποικίλου μεγέθους και πρόγνωσης ταξινομούνται μαζί. Άλλοι δείκτες πρόγνωσης έχουν εντοπιστεί και υπάρχουν προτάσεις για την ενσωμάτωσή του σε συστήματα ταξινόμησης.

Αυτοί οι δείκτες περιλαμβάνουν:

  • τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του όγκου
  • τους διάφορους χρωμοσωματικούς και μοριακούς δείκτες, όπως μεταλλάξεις p53, υπερέκφραση Ki67 ή PCNA
  • παρουσία συννοσηρότητας του ασθενούς.

 

Ποια άλλα μορφώματα μοιάζουν στην ενδοσκόπηση με καρκίνο λάρυγγα;

Υπάρχουν πολλές καλοήθεις καταστάσεις (όπως μολυσματικές, φλεγμονώδεις, κοκκιωματώδεις ασθένειες όπως η φυματίωση, η σαρκοείδωση, η βλαστομύκωση και η θηλωμάτωση) που ομοιάζουν ενδοσκοπικά με τον καρκίνο. Οριστική διάγνωση με βιοψία πρέπει να λαμβάνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας του καρκίνου του λάρυγγα, επειδή οι βλάβες που εμφανίζονται κακοήθεις μπορεί να είναι καλοήθεις.

Καρκίνος λάρυγγα από σιελογόνους αδένες

Κακοήθεις διαταραχές μπορεί να προκύψουν από τους δευτερεύοντες σιελογόνους αδένες που επενδύουν το βλεννογόνο του λάρυγγα. Το αδενοειδές κυστικό καρκίνωμα (Adenoid cystic carcinoma, ACC) και το βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα (mucoepidermoid carcinoma, MEC) είναι τα πιο συνηθισμένα. Οι γυναίκες και οι άντρες επηρεάζονται εξίσου από το ACC του λάρυγγα. Η ιστολογία μοιάζει με αυτή των μεγάλων σιελογόνων αδένων, με σωληνοειδή και συμπαγή αρχιτεκτονικά πρότυπα για το ACC και χαμηλής ποιότητας κυστικά μοτίβα σε υψηλής ποιότητας συμπαγή μοτίβα για το MEC. Η κλινική συμπεριφορά είναι επίσης παρόμοια με αυτή των νεοπλασμάτων των μεγάλων σιελογόνων αδένων. To ACC έχει μια αργή κλινική πορεία. Το MEC χαμηλού βαθμού έχει καλύτερη πρόγνωση από το MEC υψηλού βαθμού. Η χειρουργική επέμβαση είναι η προτεινόμενη θεραπεία και για τις δύο, με κατευθυντήριες οδηγίες για επικουρική ακτινοβολία.

Καρκίνος λάρυγγα: Ιστολογικοί τύποι

Το καρκίνωμα πλακωδών κυττάρων (SCC) αντιπροσωπεύει >90% των καρκίνων του λάρυγγα και συνδέεται με το κάπνισμα και την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Ιστολογικά, η καρκινογένεση της SCC θεωρείται ως συνέχεια της αλλαγής από το φυσιολογικό φαινότυπο, στην υπερπλασία, στη δυσπλασία, στο επιθηλιακό καρκίνωμα και στο επιθετικό καρκίνωμα. To SCC χαρακτηρίζεται από φωλιές κακοήθων επιθηλιακών κυττάρων σε ένα δεσμοπλαστικό, φλεγμονώδες στρώμα. Διαφορετικά στάδια μίτωσης και νέκρωσης παρατηρούνται. Οι «πέρλες» κερατίνης είναι ένα παθογνωμονικό χαρακτηριστικό που παρατηρείται σε ένα καλά και μέτρια διαφοροποιημένο SCC. Το SCC μπορεί να εισβάλει στο αίμα και στα λεμφικά αγγεία καθώς και στα νεύρα. Η ανοσοΐστοχημική χρώση είναι θετική για πρωτεΐνες κερατίνης.

Οι παραλλαγές του SCC περιλαμβάνουν:

  • Το ακροχορδονώδες καρκίνωμα (Veruccous carcinoma). Έχει πολυποειδή ανάπτυξη και είναι καλής διαφοροποίησης, χαρακτηρίζεται από τοπική διηθητική ανάπτυξη και έχει χαμηλό μεταστατικό δυναμικό. Αντιμετωπίζεται συνήθως χειρουργικά, καθώς πολλοί ιατροί θεωρούν αυτόν τον όγκο ως ανθεκτικό στην ακτινοβολία.
  • Το ατρακτοκυτταρικό καρκίνωμα συγχέεται συχνά με το σάρκωμα και η ανοσοΐστοχημική χρώση είναι θετική για κερατίνη.
  • Το καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα βσσικοκυτταρικού τύπου (basaloid squamous cell carcinoma) χαρακτηρίζεται από παρουσία τυπικών νεοπλασματικών κυττάρων πλακώδους τύπου, σε συνδυασμό με ομάδες συνωθούμενων κυττάρων.
  • Το αδενοπλακώδες καρκίνωμα είναι ένα σπάνιο κακοήθες νεόπλασμα με χαρακτηριστικά πλακώδους καρκινώματος και αδενοκαρκινώματος με επιθηλιακή διαφοροποίηση.

 

Σάρκωμα λάρυγγα

Οι κακοήθεις αυξήσεις μεσεγχυματικής προέλευσης σπανίως παρατηρούνται στον λάρυγγα. Το πιο συνηθισμένο είναι το χονδροσάρκωμα. Το χονδροσάρκωμα του λάρυγγα εμφανίζεται πιο συχνά στον κρικοειδή χόνδρο και χαρακτηρίζεται από μια υποβλεννογόνια μάζα της οπίσθιας γλωττίδας με διάστικτη ασβεστοποίηση σε CT. Η διάγνωση μπορεί να είναι δύσκολη, επειδή μια επαρκής βιοψία μπορεί να είναι πρόκληση για τον ιατρό. Η κλινική διαφοροποίηση από ένα καλοήθες χονδροσάρκωμα μπορεί να είναι δύσκολη. Το χονδροσάρκωμα έχει μη επιθετική κλινική συμπεριφορά και γι’ αυτό επιχειρείται μερική λαρυγγική χειρουργική με συντήρηση ορισμένων λαρυγγικών λειτουργιών. Η θεραπεία με ακτινοβολία θεωρείται αναποτελεσματική για το χονδροσάρκωμα λάρυγγα.