Ποιοι είναι οι σιελογόνοι αδένες;

Στους σιελογόνους αδένες περιλαμβάνονται:

  • η παρωτίδα (δεξιά και αριστερή),
  • ο υπογνάθιος αδένας (δεξιός και αριστερός),
  • ο υπογλώσσιος
  • και  ένας μεγάλος αριθμός ελασσόνων σιελογόνων αδένων.

Όλοι μαζί παράγουν ορώδεις, βλεννώδεις εκκρίσεις ή μικτές.
Οι καλοήθεις παθήσεις σιελογόνων αδένων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως φλεγμονώδεις και μη φλεγμονώδεις. Κυρίως αφορούν στην παρωτίδα και λιγότερο συχνά στον υπογνάθιο και υπογλώσσιο αδένα.

Παρωτίδα

Η παρωτίδα είναι ο μεγαλύτερος σιελογόνος αδένας με μέσο βάρος 25 γραμμάρια. Κάθε παρωτίδα βρίσκεται ύπερθεν του μασητήρα μυ και εκτείνεται προς τα πίσω πάνω από τον στερνοκλειδομαστοειδή και πίσω από τη γωνία της κάτω γνάθου. Κάθε αδένας χωρίζεται σε επιπολής και εν τω βάθει λοβό από τους κλάδους του προσωπικού νεύρου. Ο πόρος της παρωτίδος ή αλλιώς πόρος του Stensen πορεύεται μπροστά από τον παρωτιδικό αδένα πάνω από το βυκανητή μυ και τον διαπερνά ώστε να εισέλθει στο στόμα συνήθως απέναντι από τον δεύτερο άνω γομφίο. Η παρωτίδα έχει δύο στρώματα λεμφαδένων. Το επιφανειακό στρώμα βρίσκεται ακριβώς κάτω από την κάψα του αδένα και το εν τω βάθει βρίσκεται μέσα στο παρωτιδικό παρέγχυμα.

Υπογνάθιος αδένας

Είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος σιελογόνος αδένας με βάρος περίπου 10-15 γραμμάρια. Κάθε υπογνάθιος χωρίζεται σε επιπολής και εν τω βάθει λοβό από την οπίσθια γαστέρα του γναθουοειδούς μυός και καταλαμβάνει το υπογνάθιο τρίγωνο. Ο πόρος του, γνωστός ως πόρος του Wharton, πορεύεται πρόσθια πάνω από τον γναθουοειδή μυ και εξέρχεται στο πρόσθιο έδαφος του στόματος. Ο υπογνάθιος πόρος είναι ανελαστικός και ως εκ τούτου συχνά φράσσει προκαλώντας διόγκωση και πόνο.

Υπογλώσσιος αδένας

Οι κυρίως υπογλώσσιοι αδένες, βρίσκονται κάτω από το βλεννογόνο, επιφανειακά του γναθουοειδούς μυός. Κάθε αδένας ορίζεται πλάγια από την έσω επιφάνεια της κάτω γνάθου και επί τα εντός από τον βελονογλωσσικό μυ. Οι υπογλώσσιοι αδένες έχουν πολλαπλούς μικρούς πόρους, οι οποίοι λέγονται πόροι του Rivinus και οι οποίοι εξέρχονται άμεσα στην στοματική κοιλότητα. Κάποιοι από αυτούς τους πόρους ενώνονται ώστε να σχηματίσουν τους μείζονες πόρους του Bartholin. Το γλωσσικό νεύρο πορεύεται επί τα εντός της πρόσθιας επιφάνειας του υπογλώσσιου αδένα και κατά μήκος του κάτω τοιχώματός του. Πρόσθια, το γλωσσικό και ο υπογνάθιος πόρος είναι παράλληλα έως ότου το γλωσσικό ανέλθει στη γλώσσα.

Μη νεοπλασματικές ασθένειες

Λοιμώδεις – φλεγμονώδεις παθήσεις

Οι λοιμώξεις μπορεί να είναι οξείες, υποξείες ή χρόνιες. Οι αιτιολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν ιούς και βακτήρια. Εν τούτοις, οι λοιμώξεις μπορεί να προκληθούν και δευτεροπαθώς από τραύμα, ακτινοβολία ή απόφραξη των πόρων, όπως στην περίπτωση οξείας σιαλαδενίτιδας.

Οξεία ιογενής φλεγμονή

Οξεία αμφοτερόπλευρη προσβολή με οίδημα των παρωτίδων, συνήθως συνοδευόμενη από πόνο, ερύθημα, ευαισθησία ,πυρετό και σπάνια τρισμό. Πολύ συχνότερα σε παιδιά ηλικίας 4-6 χρόνων. Περίοδος επώασης 14-21 μέρες. Η νόσος είναι μολυσματική. Η διάγνωση μπορεί να επιβεβαιωθεί με ορολογικό έλεγχο.

Σε μια οξεία ιογενή φλεγμονή της παρωτίδας υπάρχουν

  • αμφοτερόπλευρο οίδημα (πρήξιμο)
  • πόνος, ερύθημα, πυρετός
  • και μπορεί να συνοδεύεται από τρισμό, αν συνυπάρχει μία εκτεταμένη φλεγμονή του γειτονικού πτερυγοειδούς μυός.

Επιπλοκές περιλαμβάνουν άλλα όργανα όπως σπάνια μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα, απώλεια ακοής, ορχίτιδα, παγκρεατίτιδα και νεφρίτιδα. Η νόσος είναι αυτοπεριοριζόμενη και η θεραπεία γενικά συμπτωματική. Η χορήγηση του εμβολίου παρωτίτιδας έχει ελαττώσει τελευταία την επίπτωση της νόσου. Οι ιογενείς λοιμώξεις σε ανοσοεπαρκή άτομα συνήθως βελτιώνονται με εξαιρετική πρόγνωση.

Οξεία πυώδης σιαλαδενίτιδα

Οξύ επώδυνο πρήξιμο των σιελογόνων αδένων με πυρετό.
Μπορεί να συμβεί συχνά σε ασθενείς μετά από χειρουργείο ή σε ηλικιωμένους με χρόνια προβλήματα .
Προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η  αφυδάτωση, το τραύμα και η ανοσοανεπάρκεια.
Το υπερκείμενο δέρμα μπορεί να είναι θερμό, ευαίσθητο και οιδηματώδες.
Καθυστέρηση της θεραπείας μπορεί να οδηγήσει σε απόστημα.
Σάλιο από τον αδένα μπορεί να ληφθεί για καλλιέργεια.
Τα πιο κοινά μικρόβια περιλαμβάνουν: Staph. Aureus, E. coli, Str. Pneumoniae, Klebsiella, Enterobacter, Ps. Aeruginosa.

Επιπλοκές

Aν δεν χορηγηθεί θεραπεία η οξεία πυώδης σιαλαδενίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε απόστημα, μία δυνητικά θανατηφόρο επιπλοκή σε ασθενείς με χρόνιες νόσους. Η ψηλάφηση της παρωτίδας μπορεί να αποκαλύψει σημαντική διόγκωση και κλυδασμό του αδένα. Θα πρέπει να διενεργήσουμε επείγον υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία της παρωτίδας, ώστε να εντοπίσουμε την περιοχή του αποστήματος.

Πως θεραπεύεται;

Πρωταρχική αρχή της θεραπείας είναι

  • η αποκατάσταση της ενυδάτωσης,
  • ενδοφλέβια αντιβιοτικά,
  • θερμά επιθέματα,
  • μαλάξεις,
  • σιαλαγωγά,
  • βελτίωση της στοματικής υγιεινής.

Εάν δεν υπάρχει κλινική βελτίωση εντός του πρώτου εικοσιτετραώρου τότε το απόστημα πρέπει να παροχετευθεί με προσπέλαση παρωτιδεκτομής. Προσοχή πρέπει να επιδείξει ο χειρουργός στο προσωπικό νεύρο, ώστε να μην υποστεί κάκωση κατά τη διάνοιξη του αποστήματος.

Πρόγνωση

Συνήθως, η πλειονότητα των ασθενών με οξεία πυώδη σιαλαδενίτιδα ανταποκρίνεται στη φαρμακευτική θεραπεία. Εν τούτοις, επειδή η θνητότητα μπορεί να είναι υψηλή σε ασθενείς με χρόνιες νόσους, η λύση της χειρουργικής παροχέτευσης πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Χρόνια κοκκιωματώδης σιαλαδενίτιδα
Χρόνια ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη σιαλαδενίτιδα

Ελάχιστος πόνος
Η FNA μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση
Προδιαθεσικοί παράγοντες όπως η έκθεση σε φυματίωση, ζώα, τραύμα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Η διαφορική διάγνωση στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνει τη νόσο εξ ονύχων γαλής, σαρκοείδωση, ακτινομύκωση, κοκκιωμάτωση Wegener, σύφιλη.

Νόσος έξ ονύχων γαλής

Η νόσος δεν προσβάλλει άμεσα την παρωτίδα, αλλά το χώρο γύρω από την παρωτίδα και τους ενδοπαρωτιδικούς λεμφαδένες. Στον υπογνάθιο μπορεί να εμφανιστεί σαν μια οξεία μάζα χωρίς να προκαλεί απόφραξη γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει την προσβολή των γειτονικών λεμφαδένων. Ο μικροοργανισμός υπεύθυνος για τη νόσο είναι η Bartonella henselae, και η διάγνωση μπορεί να επιβεβαιωθεί με χρώση Warthin-Starry. Συνήθως, είναι αυτοπεριοριζόμενη νόσος και η θεραπεία είναι υποστηρικτική.

Σαρκοείδωση

Η σαρκοείδωση είναι μία μη λοιμώδης ασθένεια και προσβάλλει την παρωτίδα σε λιγότερο από το 10% των περιπτώσεων. Πρόκειται για διάγνωση εξ αποκλεισμού και επιβεβαιώνεται με ιστολογικά ευρήματα των κοκκιωμάτων.

Μπορεί να συμβεί ως μέρος ενός συνδρόμου, του συνδρόμου Heerfordt. Χαρακτηρίζεται από διόγκωση παρωτίδων, παράλυση προσωπικού νεύρου και ιριδοκυκλίτιδα. Η προσβολή της παρωτίδας και των δακρυικών αδένων οδηγεί σε ξηροστομία και ξηροφθαλμία. Η νόσος συχνά προσβάλλει ενήλικες στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Βελτίωση επέρχεται μέσα σε μήνες ή χρόνια.

Ακτινομύκωση

Η ακτινομύκωση είναι μια εύκολα διαγνώσιμη νόσος με ειδικές ιστολογικές χρώσης οι οποίες αναδεικνύουν κοκκία θείου. Ακτινομύκωση θα υποπτευθούμε εάν υπάρχει ένα ανώδυνο οίδημα στην παρωτίδα με ιστορικό πρόσφατης οδοντογενούς φλεγμονής ή τραύματος. Τρισμός μπορεί να επέλθει με την πρόοδο της φλεγμονής. Το φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία της ακτινομύκωσης είναι η πενικιλίνη.

Κοκκιωμάτωση Wegener

Η νόσος Wegener παρουσιάζεται σαν μία οξεία ετερόπλευρη διόγκωση συχνά με πόνο. Η διάγνωση, που χαρακτηρίζεται ιστολογικά από νεκρωτική φλεγμονή και αγγειίτιδα, επιβεβαιώνεται με ορολογικές δοκιμασίες (c-ANCA,p-ANCA) και ιστολογική εξέταση. Η θεραπεία εξαρτάται από το εάν αφορά ή όχι σε άλλα όργανα. Η νόσος μπορεί να είναι μία ταχέως εξελισσόμενη φλεγμονή με μοιραία κατάληξη για τον ασθενή εάν παραμείνει χωρίς θεραπεία και αν διηθήσει άλλα όργανα. Η αρχική θεραπεία βασίζεται σε χορήγηση στεροειδών για αρκετές εβδομάδες με προσθήκη κυκλοφωσφαμίδης ή άλλων ανοσοκατασταλτικών παραγόντων. Ένας περισσότερο ράθυμος υπότυπος της νόσου μπορεί τυχόν να ελεγχθεί μόνο με ανοσοκαταστολή. Η πρόγνωση είναι εξαιρετική για τις περισσότερες των περιπτώσεων.

Λοίμωξη HIV

Γενικά χαρακτηρίζεται από

  • Ανώδυνη αμφοτερόπλευρη διόγκωση των παρωτίδων
  • Ξηροστομία
  • Γνωστοί προδιαθεσικοί παράγοντες για την τραχηλική λεμφαδενοπάθεια
  • Παρουσία αμυλάσης σε υγρά που λαμβάνονται από την περιοχή

Οι λεμφοεπιθηλιακές κύστεις που σχετίζονται με τον HIV εμφανίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην παρωτίδα. Εν τούτοις έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις σπάνιες στον υπογνάθιο. Μια πιθανή εξήγηση για την κυρίαρχη παρουσία των κύστεων αυτών στην παρωτίδα είναι πως ο αδένας έχει ενδοαδενικούς λεμφαδένες σε αντίθεση με τον υπογνάθιο.

Πως εμφανίζεται?

Πρέπει να υποπτευθούμε τη λοίμωξη σε νεαρό ασθενή με αμφοτερόπλευρη συμμετρική διόγκωση παρωτίδων ειδικά εάν η διόγκωση αυτή φαίνεται να είναι πολυκυστική. Η αξονική τομογραφία και υπέρηχος μπορούν να αποκαλύψουν αμφοτερόπλευρες κυστικές μάζες συνήθως πολλαπλές στην παρωτίδα. Η ορολογική δοκιμασία για αντισώματα HIV επιβεβαιώνει τη διάγνωση. Πολλές φορές χρειάζεται FNA με την οποία αναρροφούμε υγρό το οποίο βρίσκεται να έχει αυξημένα επίπεδα αμυλάσης.

Θεραπεία

Προσεχτική παρακολούθηση ή απλή αναρρόφηση των κύστεων που δίνουν συμπτώματα. Σπάνια ενδείκνυται παρωτιδεκτομή. Εν τούτοις, όταν αυτή εκτελείται, η παθολογοανατομική εξέταση δείχνει πολλαπλές περιοχές με θηλώδη υπερπλασία. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του υπογναθίου αδένα, του οποίου η εξαίρεση σπανίως μπορεί να απαιτηθεί.

Μη λοιμώδεις φλεγμονώδεις καλοήθεις παθήσεις σιελογόνων αδένων.

Σιαλολιθίαση (πέτρα στην παρωτίδα ή τον υπογνάθιο)

Περιγράφεται αναλυτικά στο άρθρο μας.

Χρόνια σιαλαδενίτιδα

Συνήθως είναι αποτέλεσμα ελαττωμένης παραγωγής σιέλου ή αλλαγών στην έκκριση σάλιου με αποτέλεσμα τη στάση. Μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει παρεμπόδιση ή απόφραξη. Αυτή η αργή προοδευτική φλεγμονώδης διαδικασία συνήθως συναντάται σε ενήλικες, αλλά σπανίως και σε παιδιά. Η ελαττωμένη παραγωγή σάλιου ή πλήρης στάση δημιουργεί ένα περιβάλλον επικίνδυνο για φλεγμονή. Η χρόνια σιαλαδενίτιδα μπορεί να προκληθεί και από παλίνδρομη λοίμωξη από φυσιολογική χλωρίδα και χρόνια φλεγμονή από υποτροπές οξέων φλεγμονών.

Ποιές καταστάσεις προδιαθέτουν?

Μια ποικιλία καταστάσεων μπορεί να προκαλέσει χρόνια σιαλαδενίτιδα, όπως οξείες λοιμώξεις, τραύμα, ακτινοβολία και ανοσοκαταστολή. Επίσης, το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσει χρόνια σιαλαδενίτιδα κυρίως επειδή ελαττώνει την αντιμικροβιακή δραστηριότητα του σάλιου.

Πως θεραπεύεται?

Η συντηρητική θεραπεία καθώς και η χειρουργική εξαίρεση είναι οι περισσότερο προτιμώμενες μέθοδοι στη χρόνια μη αποφρακτική σιαλαδενίτιδα. Εάν δεν ανευρίσκεται αίτιο οι ασθενείς ενθαρρύνονται να βελτιώσουν τη στοματική υγιεινή, με αύξηση της ενυδάτωσης, μαλάξεις του αδένα, βελτίωση της διατροφής και χρήση σιαλαγωγών.

Σύνδρομο Sjogren

Διάγνωση

Οίδημα σιαλογόνων αδένων με ξηρότητα του στόματος και των οφθαλμών που οδηγούν σε στοματικό και οφθαλμικό πόνο και ευαισθησία.
Συχνά απαντάται σε ασθενείς με άλλη νόσο συνδετικού ιστού.
Περισσότερο σε μετεμμυνοπαυσιακές γυναίκες.
Ανίχνευση αντισωμάτων SS-A and SS-B μαζί με βιοψία και ελασσόνων σιελογόνων αδένων ή παρωτίδας.
Αργή προοδευτική νόσος.
Πιθανός αυξημένος κίνδυνος για ανάπτυξη κακοήθους λεμφώματος στο πρωτοπαθές σύνδρομο. (?)
Πρόκειται για μια αυτοάνοση νόσο που κλασικά χαρακτηρίζεται από διόγκωση παρωτίδων, ξηροστομία και κερατοεπιπεφυκίτιδα. Μπορεί επίσης να συνδυάζεται με άλλες νόσους, όπως τη ρευματοειδής αρθρίτιδα ή το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο. Αφορά εις την πλειονότητα γυναίκες, συνήθως στην έκτη δεκαετία της ζωής τους. Είναι η δεύτερη πιο συχνή νόσος συνδετικού ιστού μετά τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Πως εμφανίζεται το σύνδρομο Sjogren?

Οι ασθενείς συχνά έχουν αμφοτερόπλευρη, μη ευαίσθητη διόγκωση σιελογόνων αδένων. Το οίδημα των παρωτίδων μπορεί να είναι σταθερό ή να εμφανίζεται ανά περιόδους. Αλλά συμπτώματα περιλαμβάνουν ξηροστομία, ξηροφθαλμία, διαταραχές γεύσης, ξηρότητα του δέρματος, μυαλγίες, ξηρότητα κόλπου, αγγειίτιδα και αρθρίτιδα.

Εργαστηριακά ευρήματα

Συχνά εργαστηριακά ευρήματα είναι τα αντισώματα SS-A and SS-B, ο ρευματοειδής παράγοντας ή τα αντιπυρηνικά αντισώματα. Η παθολογοανατομική εξέταση των ελάσσονων σιελογόνων αδένων, όπως πχ του κάτω χείλους, μπορούν να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση. Στη σύγχρονη πράξη, η λήψη δε γίνεται από ελάσσονες σιελογόνους αδένες του κάτω χείλους, αλλά από τμήμα της παρωτίδας.

Επιπλοκές

Επιπλοκές της νόσου προέρχονται από χρόνια προοδευτική φλεγμονή λόγω του συνδρόμου. Χαρακτηριστικά, έχουμε διαταραχές της κατάποσης, του λόγου και της μάσησης, ενώ σε προχωρημένο στάδιο έχουμε αλλοίωση των δοντιών και του βλεννογόνου της στοματικής κοιλότητας.

Θεραπεία

Στις περιπτώσεις της καθημερινής πράξης ενός ΩΡΛ ιατρείου η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική, ενώ τον κύριο λόγο έχει ο θεράπων ρευματολόγος. Σπάνια, απαιτείται επιπολής εκτομή του αδένα (επιπολής παρωτιδεκτομή).

Nόσος Kimura

Γενικά

Αργή προοδευτική ανάπτυξη ανώδυνης μάζας στην περιοχή των σιελογόνων αδένων, κυρίως σε Ασιάτες.
Συχνότερη σε άτομα 20-30 ετών, 80% των ασθενών είναι άρρενες.
Η διόγκωση μπορεί να συνοδεύεται από τοπική λεμφαδενοπάθεια.
Οι εξετάσεις αίματος συχνά δείχνουν ηωσινοφιλία και αυξημένα επίπεδα IgE.
Πολύ συχνές είναι οι υποτροπές μετά από αφαίρεση του αδένα.
Η νόσος Kimura συναντάται στην περιοχή της κεφαλής και του τραχήλου της και αφορά κυρίως στους μείζονες σιελογόνους αδένες. Η παρωτίδα και ο υπογνάθιος αδένες εμφανίζουν ανώδυνο επιφανειακό οίδημα συνήθως με επιχώρια λεμφαδενοπάθεια.

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τα ακόλουθα: αγγειολεμφοειδής υπερπλασία με ηωσινοφιλία, αντιδραστική λεμφαδενοπάθεια, όγκος παρωτίδας, εξωλεμφαδενική εκδήλωση ασθένειας Rosai-Dorfman, καλοήθης λεμφοεπιθηλιακές παθήσεις.
Η αγγειολεμφοειδής υπερπλασία διαφέρει από τη νόσο Kimura στο ότι στερείται λεμφαδενοπάθειας και ηωσινοφιλίας. Η νόσος Rosai-Dorfman είναι μια ιδιοπαθής καλοήθης κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από αύξηση ιστιοκυττάρων και εκσεσημασμένη λεμφαδενοπάθεια, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ενδοπαρωτιδικοί λεμφαδένες.

Θεραπεία

Η θεραπεία εκλογής της νόσου όταν η νόσος εκδηλώνεται στην παρωτίδα γίνεται με παρωτιδεκτομή με προσεχτική παρακολούθηση για τα επόμενα χρόνια για τυχόν υποτροπή.
Όταν συναντάται στον υπογνάθιο αδένα, συνήθως θεραπεύεται με εκτομή του αδένα αλλά και των γειτονικών λεμφαδένων. Επειδή η νόσος Kimura συνήθως επηρεάζει και απομακρυσμένα όργανα, η συστηματική θεραπεία με στεροειδή και ακτινοβολία μπορεί να αποδειχθεί επίσης ωφέλιμη.

Μη φλεγμονώδεις νόσοι

Σιαλαδένωση ή σιάλωση

Πρόκειται για αμφοτερόπλευρη συνήθως, αλλά μπορεί και ετερόπλευρη διάχυτη διόγκωση των σιαλογόνων αδένων και ειδικά εκείνων των παρωτίδων.
Πόνος μπορεί να υπάρχει μπορεί και να εκλείπει.
Η κατάσταση συνήθως αρχίζει στην ηλικία των 20-60 ετών και μπορεί να διαρκεί και περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Στις μισές των περιπτώσεων μπορεί να υπάρχουν άλλοι συστηματικοί παράγοντες, όπως ενδοκρινικοί, υποθρεψία και φάρμακα.
Αιτία είναι η περιφερειακή αυτόνομη νευροπάθεια των σιαλογόνων αδένων. Το χειρουργείο έχει θέση μόνο για κοσμητικούς λόγους, όταν η διόγκωση του αδένα προκαλεί μεγάλη δυσμορφία.
Αν και η αιτιολογία δεν είναι ξεκάθαρη, πολλαπλή μεταβολικοί και φαρμακευτικοί παράγοντες σχετίζονται με την σιάλωση.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται

  • η παχυσαρκία,
  • η κατάχρηση αλκοόλ,
  • η κίρρωση,
  • ο σακχαρώδης διαβήτης,
  • η υπερλιπιδαιμία,
  • ο υποθυρεοειδισμός,
  • η αναιμία,
  • η υποθρεψία,
  • η εμμηνόπαυση και
  • διάφορα φάρμακα (όπως κλοζαπίνη).
Θεραπεία και πρόγνωση

Η θεραπεία της σιαλαδένωσης εξαρτάται από τους προδιαθεσικούς παράγοντες . Αν η διόγκωση προκαλεί έντονη δυσμορφία συνιστάται παρωτιδεκτομή. Το ίδιο συνιστάται και στην περίπτωση του υπογνάθιου αδένα. Σημασία έχει το γεγονός πως, αν δεν διορθωθεί η υποκείμενη νόσος, κάθε υπολειπόμενος ιστός μετά από το χειρουργείο μπορεί να εμφανίσει επιμονή διόγκωση και άρα υποτροπή της νόσου.

Κύστη στην παρωτίδα

Συνήθως πρόκειται για ομαλές διογκώσεις των αδένων. Μπορεί να είναι ή επίκτητες ή συγγενείς. Εάν είναι συγγενής πρόκειται για κύστεις ή από το πρώτο ή από το δεύτερο βραγχιακό τόξο. Εάν είναι επίκτητες μπορούν να συμβούν δευτεροπαθώς μετά από τραύμα, σιαλολιθίαση, στένωση των πόρων ή καλοήθεις λεμφοεπιθηλιακές δομές, ή ακόμα και μετά από HIV λοίμωξη.

Βλεννοκήλη

Πρόκειται για ανώδυνο κυστικό μοόρφωμα που συνήθως συναντάμε στα χείλη, στη στοματική κοιλότητα και πολύ συχνά με βλεννώδη εξαγγείωση. Πριν την εμφάνισή της μπορεί να προηγηθεί έλασσον τραύμα στους μαλακούς ιστούς ή στο βλεννογόνο του στόματος. Πρόκειται για διόγκωση των πόρων των ελασσόνων σιελογόνων αδένων εξαιτίας τόσο συσσωρευμένης βλέννης και εκκρίσεων, όσο και εξαγγείωσης βλέννης στο συνδετικό ιστό. Οι κύστεις είναι ιδιαίτερα συχνές. Συναντώνται κυρίως στο κάτω χείλος, στον βλεννογόνο της παρειάς, στο έδαφος του στόματος και την υπερώα. Όταν μια βλεννοκήλη εμφανιστεί στο έδαφος του στόματος, τότε λέγεται βατράχιο. Μπορεί επίσης να λέγονται κύστεις εκ κατακρατήσεως.

βλεννοκήλη

Εικόνα βλεννοκήλης στο κάτω χείλος

Παθογένεση

Οι βλεννοκήλες πιστεύεται πως προέρχονται είτε από τραύμα ή από κάκωση κάποιου πόρου ελάσσονος σιελογόνου αδένα, με εξαγγείωση βλέννης στους γειτονικούς ιστούς. Ο υπογλώσσιος και οι ελάσσονες σιελογόνοι είναι οι περισσότερο πιθανοί αδένες στο να αναπτυχθούν βλεννοκήλες, εξαιτίας της συνεχούς έκκρισης βλέννης που εμφανίζουν, ενώ η παρωτίδα και ο υπογνάθιος εκκρίνουν το περιεχόμενό τους μόνο μετά από ερεθισμό. Η παθογένεση του βατράχιου δεν είναι ξεκάθαρη.

Ευρήματα

Συνήθως εμφανίζονται σαν ομαλές υποβλεννογόνιες κύστεις, ελαφρώς μπλε χρώματος. Είναι ανώδυνες και μπορεί να αναπτύσσονται αργά. Τα βατράχια εμφανίζονται σαν στρογγυλές ευπίεστες μάζες στο έδαφος του στόματος. Είναι συνήθως ετερόπλευρα και εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα και στα δύο φύλα. Ένα απλό βατράχιο είναι μία αληθής κύστη με όριο το επιθήλιό της η οποία εμφανίζεται ενδοστοματικά με ανύψωση του εδάφους του στόματος. Ένα σύνθετο βατράχιο εκτείνεται κάτω από τον γναθουοειδή μυ, κάτω από το χώρο του υπογλώσσιου αδένα και μπορεί να φτάνει στον υπογνάθιο χώρο. Μπορεί επίσης να πορεύεται περισσότερο κατωφερέστερα και να παρουσιαστεί σαν μία ανώδυνη υπογνάθια ή τραχηλική μάζα. Στη δεύτερη περίπτωση, η κύστη δεν έχει όριο το επιθήλιο της και μπορεί να χαρακτηριστεί ως ψευδοκύστη. Η φυσική εξέταση είναι απαραίτητη αλλά μία αξονική τομογραφία θα αναδείξει την κύστη σε όλη της την έκταση.

Διαφορική διάγνωση

Περιλαμβάνει το κυστικό ύγρωμα, το λεμφαγγείωμα, την κύστη θυρεογλωσσικού πόρου και τη δερμοειδή κύστη. Σημαντική σημείωση στη διαφορική διάγνωση της κύστης εκ κατακρατήσεως είναι το κακόηθες βλεννοεπιδερμοειδές καρκίνωμα.

Θεραπεία

Η θεραπεία έγκειται σε μια πλήρη χειρουργική ενδοστοματική αφαίρεση της κύστης εκ κατακρατήσεως. Συστήνεται σε περιπτώσεις στις οποίες έχουν παρατηρηθεί πολλές υποτροπές. Η θεραπεία ενός απλού βατράχιου συνίσταται είτε σε απλή εκτομή και πιθανή αφαίρεση του σχετιζόμενου αδένα, είτε σε μαρσιποποίηση του τοιχώματος. Οι υποτροπές είναι πιθανές στη δεύτερη περίπτωση. Σε περιπτώσεις σύνθετης, η θεραπεία απαιτεί αφαίρεση είτε ενδοστοματικά είτε σε συνδυασμό με τραχηλική τομή και αφαίρεση του σχετιζόμενου αδένα.

Ξηροστομία

Ως ξηροστομία ορίζουμε την ξηρότητα του στοματικού βλεννογόνου. Εκτός από ενόχληση του ασθενούς η ξηροστομία μπορεί να προκαλεί αλλοιώσεις στη γεύση, δυσφαγία, δυσκαταποσία και επιπλοκές σχετιζόμενες με την υγιεινή των δοντιών. Διαταραχές στην έκκριση του σάλιου από την παρωτίδα μπορεί να προκαλέσουν ξηροστομία.

Επίσης πολλές καταστάσεις όπως

  • σύνδρομο Sjogren,
  • άγχος,
  • σακχαρώδης διαβήτης,
  • χρόνιες λοιμώξεις και
  • ακτινοβολία.
  • επίσης η ξηροστομία μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ανεπιθύμητης ενέργειας μετά από λήψη φαρμάκου.

Η θεραπεία της ξηροστομίας έγκειται στην αντιμετώπιση του παράγοντα που την προκάλεσε. Συμπτωματική αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει αυξημένη κίνηση υγρών, σιαλαγωγά, πλύσεις στοματικές, και τεχνητό σάλιο. Επίσης υπάρχουν αρκετά φάρμακα που αυξάνουν την παραγωγή σάλιου σε ασθενείς οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε ακτινοβολία.

Διαγνώστηκε παθολογία στην παρωτίδα ή τον υπογνάθιο αδένα και χρειάζεστε εξειδικευμένο ιατρό ΩΡΛ;

Τηλεφωνήστε στο 211 411 6011 ή στο 6937271701 για να σας εξετάσουμε.

Κλείστε άμεσα και εύκολα ραντεβού εδώ.

Πλιούτας Ιωάννης MD PhDc FEB ORL HNS.

Αναπλ. Διευθυντής ΩΡΛ κλινικής Νοσοκομείου Ιασώ.