Η μη αλλεργική ρινίτιδα εμφανίζεται συνήθως με καθαρή ρινόρροια και ρινική απόφραξη. Ο πταρμός και ο κνησμός, τα υδατώδη μάτια συνήθως δεν παρουσιάζονται στην αλλεργική ρινίτιδα. Υπάρχει μια αυξημένη συχνότητα εμφάνισης στην προχωρημένη ηλικία. Ασθενείς με μη αλλεργική ρινίτιδα θα πρέπει πάντα να ερωτώνται σχετικά με τη χρήση ρινικών sprays, προηγούμενο τραύμα, με το περιβάλλον εργασίας τους ή την έκθεση σε χημικές ουσίες και την προηγούμενη ενδορρινική χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η επίσταξη, ο πόνος ή τα μονομερή συμπτώματα μπορεί να είναι προάγγελος ενός νεοπλάσματος και θα πρέπει να αξιολογούνται.

Ιογενής ρινίτιδα.

Η ιογενής ρινίτιδα είναι πολύ συχνή και συχνά σχετίζεται και με άλλες εκδηλώσεις ιογενούς νόσου, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, αίσθημα κακουχίας, πόνους στο σώμα και βήχα. Η ρινόρροια στην ιογενής ρινίτιδα περιλαμβάνει διαυγείς ή λευκές εκκρίσεις και μπορεί να συνοδεύεται από ρινική συμφόρηση και φτάρνισμα.

Επαγγελματική ρινίτιδα.

Ένας αριθμός διαφορετικών εσωτερικών και εξωτερικών ρύπων ενδέχεται να επηρεάσουν τη μύτη. Αυτοί οι παράγοντες είναι η σκόνη, το όζον, το διοξείδιο του θείου, ο καπνός του τσιγάρου, τα σπρέι κήπου και η αμμωνία. Οι ερεθιστικοί παράγοντες μπορούν να βρεθούν σε διάφορα περιβάλλοντα εργασίας. Συνήθως αυτοί οι παράγοντες προκαλούν ρινική ξηρότητα, μειωμένη ροή αέρα, ρινόρροια και φτάρνισμα. Ο περιορισμός της έκθεσης μέσω της απομάκρυνσης του παράγοντα, της βελτίωσης του αερισμού και της χρήσης προστατευτικών μασκών αναπνευστικών σωματιδίων είναι όλες χρήσιμες.

Αγγειοκινητική ρινίτιδα. 

Οι ασθενείς με αγγειοκινητική ρινίτιδα εμφανίζουν συμπτώματα ρινικής απόφραξης και ρινόρροια. Τα συμπτώματα συνδέονται συχνά με αλλαγές στην θερμοκρασία, με τροφές, με έκθεση σε οσμές και χημικές ουσίες ή τη χρήση αλκοόλ. Μερικοί ιατροί υποστηρίζουν ότι η μη φυσιολογική αυτόνομη ρύθμιση της ρινικής λειτουργίας οδηγεί σε αγγειοκινητική ρινίτιδα.

Μη αλλεργική ρινίτιδα με ηωσινοφιλία (NARES)

Η μη αλλεργική ρινίτιδα με ηωσινοφιλία (Nonallergic rhinitis with eosinophilia, NARES) είναι ένα πρόσφατα περιγραφόμενο σύνδρομο στο οποίο οι ασθενείς εμφανίζουν ρινική απόφραξη και συμφόρηση. Αυτοί οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν πιο σοβαρές παροξύνσεις, συμπεριλαμβανομένων της ανάπτυξης ρινοκολπίτιδας και πολυπόδων. Επίσης οι ασθενείς αυτοί εμφανίζουν εμφανή ηωσινοφιλία σε ρινικά επιχρίσματα (>25%) αλλά δεν είναι αλλεργικοί σε οποιαδήποτε εισπνεόμενα αλλεργιογόνα με δοκιμές δέρματος ή δοκιμές in vitro. Η αιτιολογία του NARES παραμένει άγνωστη.

Φαρμακευτική ρινίτιδα. 

Αναλύεται εκτενέστερα στη συγκεκριμένη σελίδα μας.

Ρινίτιδα της κύησης.

Μια άλλη κοινή εμφάνιση της μη αλλεργικής ρινίτιδας είναι η ρινίτιδα που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη. Η συστηματική συγκέντρωση οιστρογόνων αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αυτή η άνοδος του οιστρογόνου οδηγεί σε αύξηση του υαλουρονικού οξέος στο ρινικό ιστό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ρινικού οιδήματος και της συμφόρησης. Επιπλέον, παρατηρείται αύξηση των αδένων και μείωση των ρινικών κυττάρων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Και οι δύο αυξάνουν τη ρινική συμφόρηση. Η ρινίτιδα είναι πιο σοβαρή κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, ενώ υφίεται μετά τον πρώτο μήνα της γαλουχίας.

Αγγειίτιδες, αυτοάνοσα νοσήματα.

Η φυσική εξέταση ενός ασθενούς με ρινίτιδα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή εξέταση κεφαλής και τραχήλου. Εξωτερικά, η μύτη αξιολογείται για ενδείξεις προηγούμενου τραύματος. Εσωτερικά, εξετάζεται το ρινικό διάφραγμα. Τα σημεία της χρόνιας φλεγμονής, της αγγειίτιδας  και η διάτρηση του διαφράγματος μπορεί να είναι ενδεικτικά μιας ποικιλίας συστηματικών προβλημάτων που κυμαίνονται από την κοκκιωμάτωση του Wegener μέχρι την κατάχρηση κοκαΐνης. Το μέγεθος και ο χαρακτήρας των ρινικών κογχών θα πρέπει να σημειωθεί. Επίσης, και ο χαρακτήρας οποιασδήποτε ρινόρροιας. Επιπλέον, ο ιατρός θα πρέπει να εξετάσει τον ασθενή για πολύποδες ή άλλες ενδορρινικές μάζες ή όγκους. Μια πιο εμπεριστατωμένη εξέταση της ρινικής κοιλότητας μπορεί να επιτευχθεί – μετά από τοπική αναισθησία – με τη χρήση είτε άκαμπτου είτε εύκαμπτου ενδοσκοπίου. Ένα ενδοσκόπιο 4mm  μπορεί να χρησιμοποιηθεί στους ενήλικες και ένα 2.7mm στα παιδιά.

 

Πως θεραπεύεται η μη αλλεργική ρινίτιδα;
Συντηρητική θεραπεία
Αποφυγή των ερεθιστικών παραγόντων.

Η θεραπεία της μη αλλεργικής ρινίτιδας περιλαμβάνει την αποφυγή ερεθιστικών παραγόντων, όπως τα χημικά, τα αρώματα, ο καπνός τσιγάρου και άλλου αέρια. Επιπλέον, για ασθενείς με έκθεση σε παράγοντες στον εργασιακό τους χώρο, μια μάσκα σωματιδίων μπορεί να είναι χρήσιμη.

Ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό.

Οι ρινοπλύσεις με φυσιολογικό ορό είναι μια σημαντική συμπληρωματική θεραπεία που βοηθά στην αποφυγή ενδορρινικής στάσης και στη μείωση της κρούστας. Η χρήση φυσιολογικού ορού αυξάνει την αποτελεσματικότητα των ενδορρινικών τοπικών φαρμάκων.

Τοπικά στεροειδή.

Σπουδαίο στη μη αλλεργική ρινίτιδα είναι η τοπική χορήγηση ρινικού στεροειδούς. Τα τοπικά ενδορρινικά στεροειδή δρουν στον ρινικό βλεννογόνο, μειώνουν την χημειοταξία των ηωσινόφιλων και των ουδετερόφιλων καθώς επίσης και την φλεγμονή. Καταστέλλουν τις σχετικές με τα ιστιοκύτταρα αντιδράσεις και μειώνουν το ενδοκυτταρικό οίδημα. Με αυτή τη θεραπεία, η αποτελεσματικότητα των ρινικών στεροειδών ενισχύεται. Επιπλέον, οι παρενέργειες της επίσταξης μειώνονται με χορήγηση του σπρέι μακριά από το ρινικό διάφραγμα  σε μια θέση της κεφαλής προς τα κάτω. Τα νεότερα σκευάσματα στεροειδών, όπως η μομεταζόνη και η φλουτικαζόνη, έχουν εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης – διόδου στο ήπαρ και συνεπώς χαμηλή  συστηματική βιοδιαθεσιμότητα.  Έτσι, οι συστηματικές παρενέργειες που παρατηρούνται με χορήγηση από του στόματος στεροειδών σπάνια εμφανίζονται με τα νεότερα ρινικά στεροειδή.

Αδρενεργικοί παράγοντες.

Άλλες θεραπείες για την μη αλλεργική ρινίτιδα περιλαμβάνουν τους αδρενεργικούς παράγοντες. Υπάρχουν δύο κύριες οικογένειες αδρενεργικών φαρμάκων: (1) φαινυλαμίνες (π.χ. εφεδρίνη, ψευδοεφεδρίνη, φαινυλεφρίνη και φαινυλοπροπανολαμίνη) και (2) ιμιδαζολίνες (π.χ. ξυλομεταζολίνη, οξυμεταζολίνη και ναφαζολίνη). Οι φαινυλαμίνες είναι επί του στόματος παράγοντες, ενώ οι ιμιδαζολίνες είναι τοπικοί παράγοντες. Ο πρωταρχικός ρόλος των φαινυλαμινών είναι η μείωση των αγγείων του βλεννογόνου με αγωνιστικούς αδρενεργικούς υποδοχείς, που οδηγεί σε αποσυμφόρηση. Οι φαινυλαμίνες μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη δόση, όπως είναι τρέμουλο, ευερεθιστότητα, ταχυκαρδία, υπέρταση και κατακράτηση ούρων. Αντενδείκνυνται σε ασθενείς με υπέρταση, σοβαρή στεφανιαία νόσο και σε ασθενείς με αναστολείς μονοαμινικής οξειδάσης. Οι τοπικές ιμιδαζολίνες μειώνουν την ρινική αιματική ροή επηρεάζοντας τους α1- και α2- αδρενεργικούς υποδοχείς. Η ισχυρή αγγειοσύσπαση μπορεί να προκαλέσει ανάκαμψη της συμφόρησης κατά την απόσυρση του φαρμάκου (φαρμακευτική ρινίτιδα) εάν χρησιμοποιηθεί για περισσότερο από 5 ημέρες.

Άλλοι παράγοντες.

Οι αντιχολινεργικοί παράγοντες, όπως το βρωμιούχο ιπρατρόπιο μπορούν να χρησιμοποιηθούν τοπικά  για να μπλοκάρουν την παρασυμπαθητική οδό και έτσι να μειώσουν  τη ρινόρροια. Το βρωμιούχο ιπρατρόπιο είναι διαθέσιμο σε σκεύασμα 0,03% για μη λοιμώδη ρινίτιδα και σε συγκέντρωση 0,06% για ιική ρινίτιδα. Οι αντιχολινεργικοί παράγοντες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με ενδορρινικά στεροειδή. Θα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, υπερτροφία του προστάτη ή απόφραξη της ουροδόχου κύστης.

Ορισμένα σπρέι, όπως η νατριούχος χρωμολίνη, είναι ασφαλή για επαναλαμβανόμενη χρήση. Αυτοί οι ενδορρινικοί ψεκασμοί δρουν για τη σταθεροποίηση των μεμβρανών των ιστιοκυττάρων. Πρέπει να χορηγηθούν πριν από την αποκοκκίωση των ιστιοκυττάρων ώστε να είναι αποτελεσματικοί, επίσης έχουν μικρό χρόνο ημιζωής επομένως πρέπει να χορηγούνται συχνά. Νεότερες θεραπείες που έχουν δοκιμαστεί για ρινίτιδα περιλαμβάνουν την χορήγηση ενδορρινικών ψεκασμών αντισταμινικών. Το σπρέι αζελαστίνης βοηθά την αγγειοκινητική ρινίτιδα. Για ορισμένους ασθενείς, η πικρή γεύση του αποκλείει την συχνή χρήση του. Τέλος, ορισμένοι ιατροί χρησιμοποιούν αναστολείς λευκοτριενίων ως βοηθητική θεραπεία για την μη αλλεργική ρινίτιδα. Οι περισσότερες μελέτες διαβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα αυτών των παραγόντων.

Χειρουργικά μέτρα
Ευθειασμός ρινικού διαφράγματος (septoplasty)

Η χειρουργική θεραπεία στη μη αλλεργική ρινίτιδα επικεντρώνεται στη διόρθωση των ανατομικών ανωμαλιών που μπορεί να οξύνουν τα συμπτώματα του ασθενούς. Η σκολίωση του διαφράγματος είναι μια παραμόρφωση που μπορεί να συμβάλλει στην ρινική απόφραξη. Ο ευθειασμός του ρινικού διαφράγματος γίνεται με τη διόρθωση των χόνδρινων ή οστικών ανωμαλιών του διαφράγματος.

Κογχοπλαστική.

Η κογχοπλαστική των κάτω ρινικών κογχών χρησιμοποιείται επίσης στη μη αλλεργική ρινίτιδα. Διάφορες τεχνικές υπάρχουν για την χειρουργική επέμβαση ενδοσκοπικής κογχοπλαστικής,  όπως κογχοτομή με laser, κογχοτομή με ραδιοσυχνότητες, κογχοπλαστική με μικροεκτομή και υποβλεννογόνια κογχοπλαστική. Γενικά, η τρέχουσα τάση είναι να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερος βλεννογόνος ώστε να διατηρηθεί η φυσιολογική λειτουργία.